"Χρυσές" δουλειές έκαναν σε Ρόδο και Κω τα αδέρφια από Άνω Λιόσια και Ζεφύρι




Δέκα συλλήψεις, 58 τεκμηριωμένες πράξεις απάτης σε πανελλαδική κλίμακα, εκατοντάδες κάρτες SIM ενεργοποιημένες ειδικά για τον σκοπό αυτό και ένα σπίτι που είχε μετατραπεί σε «τηλεφωνικό κέντρο» εξοπλισμένο σαν επαγγελματική εγκατάσταση εξαπάτησης. Αυτά είναι, σε πρώτη ανάγνωση, τα ορατά χαρακτηριστικά της εγκληματικής οργάνωσης τηλεφωνικών απατών που εξάρθρωσε η Υποδιεύθυνση Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων, με αποτέλεσμα να οδηγηθούν στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών 10 κατηγορούμενοι. Πίσω από αυτά τα νούμερα, όμως, κρύβεται μια οργάνωση με ιεραρχική δομή, αυστηρή κατανομή ρόλων, ηλικιωμένα θύματα σε κάθε γωνιά της χώρας και λεία που αποτιμάται σε πάνω από 2.000.000 ευρώ σε μετρητά, χρυσές λίρες και κοσμήματα.


Τα ηγετικά στελέχη: αδέλφια από τα Δωδεκάνησα με δραστηριότητα σε Ρόδο και Κω
Οπως αποκαλύπτει σήμερα η «δημοκρατική», τη διεύθυνση της οργάνωσης ασκούσαν 3 ημεδαποί αδελφοί, ηλικίας 35, 37 και 38 ετών, μέλη της κοινότητας Ρομά, που φέρονται να είχαν συστήσει την εγκληματική δομή και να είχαν αναλάβει τον συντονισμό της συνολικής δράσης της.
Και οι τρεις είναι γεννημένοι στην Αθήνα, με ταυτότητες εκδοθείσες από αστυνομικά τμήματα της Καλύμνου, νησιού στο οποίο διατηρούν ισχυρούς οικογενειακούς και κοινωνικούς δεσμούς. Η γεωγραφία της παρουσίας τους, ωστόσο, εκτείνεται πέραν της Καλύμνου και αγγίζει δύο ακόμη νησιά του νοτιοανατολικού Αιγαίου.
Ο μεγαλύτερος αδελφός, 38χρονος ελεύθερος επαγγελματίας, φέρεται να είναι μόνιμα εγκατεστημένος στην Κω, περιοχή Ληνοπότι, και έχει φορολογική εγγραφή στη Δ.Ο.Υ. Ρόδου, γεγονός που υποδηλώνει σταθερή παρουσία και δραστηριότητα και στα 2 νησιά. Εχει εξάλλου απασχολήσει τις αρχές στο παρελθόν στην Ρόδο.
Ο δεύτερος αδελφός, 33χρονος έμπορος, κατοικεί στον Γέρακα Αττικής, έχοντας μεταφέρει τη βάση του κοντά στο «τηλεφωνικό κέντρο» που λειτουργούσε η οργάνωση. Ο τρίτος, 37χρονος πλανόδιος μικροπωλητής, είναι εγκατεστημένος στα Άνω Λιόσια, σε απόσταση αναπνοής από τις άλλες βάσεις της οργάνωσης στην ίδια περιοχή.
Η σύνδεση και με τη Ρόδο και με την Κάλυμνο δεν είναι τυχαία ούτε ασήμαντη. Πρόκειται για ένα διαμορφωμένο κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο οι δεσμοί αίματος και η κοινή καταγωγή λειτουργούν ως συνδετικός ιστός για τη συγκρότηση και τη διαιώνιση εγκληματικών δομών.
Ο ρόλος των αδελφών ως ηγετικών στελεχών επιβεβαιώθηκε και από την επιτόπια συμπεριφορά τους κατά τη στιγμή της αστυνομικής επέμβασης, ιδιαίτερα από τις προσπάθειές τους να καταστρέψουν αποδείξεις, ενέργεια που προϋποθέτει γνώση και έλεγχο της συνολικής λειτουργίας της οργάνωσης.


Η δομή της οργάνωσης: τηλεφωνητές, εισπράκτορες και φύλακες αποθεμάτων

Η οργάνωση λειτουργούσε με σαφή, αυστηρά καθορισμένη κατανομή ρόλων. Στον πυρήνα της βρισκόταν το «τηλεφωνικό κέντρο», μια κατοικία στο Ζεφύρι που είχε μετατραπεί σε επιχειρησιακή βάση. Εκεί συγκεντρώνονταν οι «τηλεφωνητές», τα μέλη που ήταν επιφορτισμένα με την αναζήτηση υποψήφιων θυμάτων μέσω τηλεφωνικών καταλόγων και με την ίδια την εξαπάτησή τους.

Παρουσιάζονταν ψευδώς είτε ως υπάλληλοι του ΔΕΔΔΗΕ είτε ως λογιστές, επικαλούμενοι κάθε φορά το κατάλληλο πρόσχημα: διαρροή ηλεκτρικής ενέργειας, υψηλή ή χαμηλή τάση ρεύματος, κίνδυνο βραχυκυκλώματος, ανάγκη δήλωσης τιμαλφών στην εφορία ή ασφάλισής τους από κλοπή. Το σενάριο ήταν κάθε φορά προσαρμοσμένο στο θύμα και στις περιστάσεις, εν τούτοις η βασική δομή παρέμενε αναλλοίωτη.

Μόλις το θύμα πειθόταν να συγκεντρώσει χρήματα, κοσμήματα ή χρυσές λίρες σε προσβάσιμο σημείο εντός ή εκτός της οικίας του, ενεργοποιούνταν η δεύτερη δομή: οι «εισπράκτορες».

Αυτοί μετέβαιναν επί τόπου στις οικίες και παραλάμβαναν τα αντικείμενα, συχνά με τη δικαιολογία της καταμέτρησης ή της εκτίμησής τους. Η διαδικασία ήταν εξαιρετικά γρήγορη, χωρίς να αφήνει περιθώριο αντίδρασης στα θύματα, τα οποία στην πλειονότητά τους ήταν ηλικιωμένοι πολίτες που δεν αντιλαμβάνονταν αμέσως τι ακριβώς είχε συμβεί.

Σε ορισμένες περιπτώσεις η οργάνωση προχωρούσε ακόμη παραπέρα. Μέσα από τηλεφωνική επικοινωνία εκμαίευαν τεχνηέντως κωδικούς ηλεκτρονικής τραπεζικής και αποκτούσαν άμεση πρόσβαση σε τραπεζικούς λογαριασμούς, πραγματοποιώντας ηλεκτρονικές συναλλαγές. Σε άλλες περιπτώσεις χρεωστικές κάρτες που είχαν αφαιρεθεί από τα θύματα χρησιμοποιούνταν για αναλήψεις μετρητών πριν προλάβουν εκείνα να τις ακυρώσουν.

Την τρίτη λειτουργική θέση στην οργάνωση κατείχαν 2 ημεδαπές, ηλικίας 27 και 35 ετών, που εντοπίστηκαν σε οικίες στα Άνω Λιόσια.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που προέκυψαν από τις έρευνες, ήταν υπεύθυνες για την αποθήκευση, φύλαξη και διαχείριση των «επιχειρησιακών» καρτών SIM.

Στις οικίες τους βρέθηκαν δεκάδες πακέτα καρτοκινητής τηλεφωνίας πολλών εταιρειών, κινητά τηλέφωνα και μετρητά, γεγονός που τεκμηριώνει τον εφοδιαστικό τους ρόλο στη λειτουργία της οργάνωσης.

Μεταξύ των συλληφθέντων περιλαμβάνεται επίσης ένας 17χρονος ανήλικος, γεγονός που αποκαλύπτει ότι η οργάνωση δεν δίσταζε να εντάξει στις τάξεις της ακόμη και ανηλίκους.



Η σύλληψη και οι προσπάθειες καταστροφής αποδείξεων

Μεσημβρινές ώρες της 21ης Μαΐου 2026 διενεργήθηκαν νόμιμες έρευνες σε 5 οικίες που μνημονεύονταν στην καταγγελία. Η επέμβαση στο «τηλεφωνικό κέντρο» του Ζεφυρίου συνοδεύτηκε από μια σκηνή που αποτύπωσε με ευκρίνεια τη συνείδηση ενοχής των ηγετικών στελεχών.
Στη θέα των αστυνομικών, 2 από τους αδελφούς εξήλθαν στη στέγη κρατώντας κινητά τηλέφωνα στα χέρια τους και άρχισαν να τα πετούν σε γειτονική ταράτσα, ενώ πολλά τα κατέστρεφαν ρίχνοντάς τα με δύναμη στο δάπεδο.
Η κίνηση αυτή δεν απέδωσε: αστυνομικοί περισυνέλεξαν τα τηλέφωνα από τη γειτονική ταράτσα, ενώ στο εσωτερικό της οικίας αποκαλύφθηκε ένα σύνολο ευρημάτων που δεν άφηναν αμφιβολία για τη φύση και την έκταση της δράσης.
Εντός του «τηλεφωνικού κέντρου» βρέθηκαν και κατασχέθηκαν 4 ρολόγια επώνυμων οίκων, επιμελώς κρυμμένα σε κάλτσα μέσα στους αεραγωγούς τζακιού, μεταξύ αυτών Rolex 2 τύπων και ρολόγια Gucci και Calvin Klein. Σε κρύπτη μέσα στη γυψοσανίδα της κουζίνας εντοπίστηκε κασετίνα με ποικίλα χρυσαφικά και κοσμήματα, ενώ σε άλλο σημείο της οροφής ήταν επιμελώς κρυμμένη ζυγαριά ακριβείας.

Στα σκουπίδια της κουζίνας, τυλιγμένες σε χαρτί, ανακαλύφθηκαν 9 κάρτες SIM με αριθμούς που ταυτοποιούνται σε πλήθος καταγγελιών θυμάτων.
Στην τουαλέτα της οικίας βρέθηκαν κρυμμένες 8 συσκευασίες κινητών τηλεφώνων. Στον πάγκο της κουζίνας εντοπίστηκαν 2 λειτουργικά κινητά τηλέφωνα υψηλής αξίας με ενεργές επιχειρησιακές συνδέσεις.
Πάνω σε μια χαρτοπετσέτα στο εσωτερικό της οικίας βρέθηκε χειρόγραφο σημείωμα με την αναγραφή «36 λίρες – 25 κομμάτια», ένδειξη της λογιστικής παρακολούθησης που ασκούσε η οργάνωση επί της λείας της.
Έξω από την οικία ήταν σταθμευμένα 2 οχήματα, ένα Toyota και ένα Volkswagen, ιδιοκτησίας των 2 ηγετικών αδελφών. Και τα 2 κατασχέθηκαν ως μέσα τέλεσης των αξιόποινων πράξεων.
Οι κατηγορούμενοι οδηγήθηκαν στην έδρα της Υπηρεσίας και συνελήφθησαν στις 3.00 τα ξημερώματα της 22ας Μαΐου 2026.


Οι 58 τεκμηριωμένες πράξεις και το εύρος της ζημίας

Από την έρευνα ταυτοποιήθηκαν συνολικά 58 πράξεις απάτης ή απόπειρες απάτης που η οργάνωση φέρεται να διέπραξε σε πανελλαδική κλίμακα από τον Νοέμβριο του 2025.

Τα θύματα εντοπίζονται σε Αθήνα, Αττική, Θεσσαλονίκη, Βόλο, Καρδίτσα, Έδεσσα, Πειραιά και σε πλήθος άλλων περιοχών, ενώ η ηλικία τους κυμαίνεται σε εξαιρετικά μεγάλο εύρος, με βαρύτητα σε υπερήλικες που ζουν μόνοι και αδυνατούν να αντιδράσουν αποτελεσματικά στην ψυχολογική πίεση των τηλεφωνητών.

Η σύνδεση μεταξύ των επιμέρους πράξεων και της συγκεκριμένης οργάνωσης αποδείχτηκε μέσα από 2 κύρια χαρακτηριστικά: την ταυτόσημη μεθοδολογία σε κάθε περίπτωση και την κοινή ακολουθία αρχικών ψηφίων στους αριθμούς τηλεφωνικών συνδέσεων που χρησιμοποιούνταν, αριθμοί που ταυτοποιήθηκαν πλήρως στις κατασχεμένες κάρτες SIM.

Στις βαρύτερες ατομικές περιπτώσεις ξεχωρίζουν ορισμένα ποσά που αποδίδουν τη βαρβαρότητα της επιλογής θυμάτων από την οργάνωση. Ηλικιωμένη 82 ετών απώλεσε κοσμήματα και τιμαλφή εκτιμώμενης αξίας 400.000 ευρώ.

Άλλη παθούσα 77 ετών έχασε κοσμήματα αξίας 300.000 ευρώ. Σε τρίτη περίπτωση, γυναίκα 83 ετών παρέδωσε 100.000 ευρώ σε μετρητά σε άτομα που παρίσταναν υπαλλήλους λογιστικού γραφείου του γιου της. Μια άλλη παθούσα έχασε 60.000 ευρώ σε μετρητά και κοσμήματα εκτιμώμενης αξίας 70.000 ευρώ στο ίδιο τηλεφώνημα. Σε μεγάλο αριθμό υποθέσεων αφαιρέθηκαν και τραπεζικές κάρτες, από τις οποίες η οργάνωση έκανε αναλήψεις πριν προλάβουν τα θύματα να αντιδράσουν. Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι η περίπτωση κατά την οποία τηλεφωνητής παρίστανε τον λογιστή και κατάφερε να πείσει ανήλικο παιδί που βρισκόταν στο σπίτι χωρίς τη μητέρα του να παραδώσει σε άγνωστη γυναίκα κοσμήματα αξίας 3.500 ευρώ.

Η επιλογή ανηλίκου ως στόχου δείχνει ότι η οργάνωση δεν είχε κανένα ηθικό φραγμό στην επιλογή των θυμάτων της.

Σε αρκετές περιπτώσεις τα θύματα έχασαν εκτός από χρήματα και κοσμήματα και αστυνομικές τους ταυτότητες, κλειδιά κατοικίας ή τραπεζικές κάρτες μαζί με κωδικούς, δίνοντας στην οργάνωση δυνητική πρόσβαση σε στοιχεία που ξεπερνούν την άμεση οικονομική ζημία.


Οι κατηγορίες

Σε βάρος των 3 ηγετικών στελεχών, δηλαδή των αδελφών με δεσμούς στην Κάλυμνο και δραστηριότητα στην Κω και τη Ρόδο, ασκήθηκε δίωξη για διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης, διακεκριμένες κλοπές, απάτες τετελεσμένες και σε απόπειρα κατά συναυτουργία και κατ’ εξακολούθηση με περιουσιακό όφελος άνω των 120.000 ευρώ, καθώς και για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα αντικειμένου αξίας άνω των 120.000 ευρώ, από μέλη εγκληματικής οργάνωσης που επιδιώκει την τέλεση πράξεων νομιμοποίησης.

Τα υπόλοιπα 7 μέλη αντιμετωπίζουν τις ίδιες κατηγορίες ως απλά μέλη της οργάνωσης, με αντίστοιχο πλαίσιο κατηγορίας για ένταξη αντί για διεύθυνση.



 Πηγή:www.dimokratiki.gr

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια