Δήλωση της Διονυσίας Στεφάτου για το κυριακάτικο μήνυμα του Πρωθυπουργού σχετικά με την ενέργεια

 


Το στοίχημα της ενέργειας κρίνεται στην πράξη, όχι στις εξαγγελίες

Ο Πρωθυπουργός στο κυριακάτικο μήνυμά του επέλεξε να εντάξει τις νέες συμφωνίες για υδρογονάνθρακες σε ένα αφήγημα «επανεκκίνησης» και ενεργειακής αυτονομίας. Όμως η ενέργεια δεν προσφέρεται για επικοινωνιακές υπεραπλουστεύσεις ούτε για πολιτικές σημειολογίες. Πρόκειται για στρατηγικό πεδίο που απαιτεί συνέπεια, συνέχεια κράτους, θεσμική επάρκεια και συγκεκριμένες απαντήσεις στα κρίσιμα ερωτήματα που παραμένουν ανοιχτά.

Πρώτον, οι συμβάσεις έρευνας υδρογονανθράκων δεν ξεκινούν σήμερα. Το βασικό πλαίσιο παραχωρήσεων είχε ήδη διαμορφωθεί και υπογραφεί το 2019 από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ, με πρόνοια για δημόσιο έλεγχο και θεσμική θωράκιση. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν υπάρχει «επανεκκίνηση», αλλά τι μεσολάβησε τα τελευταία 6,5–7 χρόνια και γιατί δεν υπήρξε ουσιαστική πρόοδος μέχρι σήμερα.

Δεύτερον, το επιχείρημα περί «40% των κερδών χωρίς κρατικά κεφάλαια» δεν αρκεί για να τεκμηριώσει ότι διασφαλίζεται το δημόσιο συμφέρον. Τα ποσοστά από μόνα τους δεν εγγυώνται ούτε πραγματικά έσοδα ούτε δίκαιη απόδοση για την κοινωνία. Η απουσία άμεσης χρηματοδοτικής συμμετοχής δεν συνεπάγεται απουσία δημόσιας ευθύνης. Η παραχώρηση δικαιωμάτων και οι δεσμεύσεις που συνοδεύουν μια τέτοια επιλογή αποτελούν σοβαρή δημόσια πράξη που απαιτεί διαφάνεια, σαφείς όρους και ουσιαστικό θεσμικό έλεγχο.

Τρίτον, η σύνδεση των ερευνών φυσικού αερίου με την «ενεργειακή αυτονομία» απαιτεί ρεαλισμό. Ακόμη και στην καλύτερη περίπτωση, η αξιοποίηση πιθανών κοιτασμάτων τοποθετείται χρονικά στο τέλος της δεκαετίας. Η ενεργειακή ασφάλεια σήμερα και τα επόμενα χρόνια κρίνεται από τη σταθερότητα των τιμών, τη διαχείριση των εισαγωγών, την αποθήκευση και την επιτάχυνση της μετάβασης. Την ίδια στιγμή, τα ελληνικά νοικοκυριά και η επιχειρηματικότητα συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν ένα δυσβάσταχτο ενεργειακό κόστος, που συμπιέζει το διαθέσιμο εισόδημα και περιορίζει την ανταγωνιστικότητα της παραγωγικής βάσης. Η ενεργειακή πολιτική δεν μπορεί να περιορίζεται σε μελλοντικές προσδοκίες, αλλά οφείλει να δίνει άμεσες και μετρήσιμες απαντήσεις στο σημερινό πρόβλημα των τιμών.

Τέταρτον, οι αναφορές σε θέσεις εργασίας και δημόσια έσοδα προϋποθέτουν συγκεκριμένα και τεκμηριωμένα στοιχεία. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η ύπαρξη φυσικών πόρων δεν μεταφράζεται αυτόματα σε κοινωνική ευημερία ούτε σε διατηρήσιμη ανάπτυξη. Σε πολλές περιπτώσεις, τα οφέλη περιορίστηκαν σε στενούς κύκλους ή εξανεμίστηκαν λόγω αδύναμων θεσμών και ελλιπούς δημόσιου ελέγχου. Το κρίσιμο, επομένως, δεν είναι οι γενικές διακηρύξεις περί θέσεων εργασίας και εσόδων, αλλά το πώς θα διασφαλιστεί με σαφείς μηχανισμούς ότι τυχόν έσοδα θα κατευθυνθούν σε κοινωνική ενίσχυση, παραγωγική ανασυγκρότηση και μείωση του ενεργειακού κόστους.

Πέμπτον, η επίκληση «στρατηγικών συμμαχιών» ως εγγύηση γεωπολιτικής θωράκισης δεν μπορεί να υποκαθιστά μια ολοκληρωμένη εθνική ενεργειακή στρατηγική. Η αξιοποίηση φυσικών πόρων οφείλει να υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, να εντάσσεται σε μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και να συνοδεύεται από πλήρη κοινοβουλευτικό έλεγχο.

Έκτον, η πρόοδος στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας είναι θετική και αποτελεί διαχρονική εθνική κατεύθυνση. Ωστόσο, η ενεργειακή μετάβαση δεν κρίνεται μόνο από το ποσοστό συμμετοχής των ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα, αλλά από τη μείωση του κόστους για τους καταναλωτές, την ενίσχυση της αποθήκευσης, τη σταθερότητα του συστήματος και τη διεύρυνση της συμμετοχής των ενεργειακών κοινοτήτων.

Η χώρα χρειάζεται συνεκτικό και μακροπρόθεσμο ενεργειακό σχέδιο, με διαφάνεια, ισχυρό δημόσιο έλεγχο και σαφή κοινωνικό προσανατολισμό. Οι ενεργειακές επιλογές δεν είναι ζήτημα επικοινωνίας, αλλά στρατηγικές αποφάσεις που δεσμεύουν τη χώρα για δεκαετίες.

 


Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια